Ακούστε ακριβώς το σημείο 33 min 31 sec
Καλοί δάσκαλοι ειναι οι δάσκαλοι που έχουν παιδεία ....
Με κόκκινο τα σχόλια του blog επι των σοφών προτάσεων http://www.esos.gr/arthra/43289/protaseis-allagon-gia-kathigites
ΤΟΥ ΕΥΤΥΧΙΟΥ Σ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ
Συμβούλου Δευτ/θμιας Eκπ/σης Περιφ. Πελοπ/σου
Στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου για την παιδεία προτείναμε στο ΙΕΠ και το ΥΠΕΘ, για τους καθηγητές τα εξής:
1. Να μην μπορεί κανένας να διορίζεται καθηγητής αν
δεν έχει σπουδάσει Eπιστήμες της Aγωγής και Διδακτική, πέρα από την
ειδικότητά του, ή δεν έχει επιμορφωθεί ένα ή δύο χρόνια στις επιστήμες
αυτές, όπως ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ασκούμε ένα επάγγελμα την
τεχνική του οποίου δεν έχουμε σπουδάσει. «Παιδεύουμε απαιδεύτως». Σωστό, πρέπει πρώτα να σπουδάζουν αυτο και μετά να επιμορφώνονται, επιμορφώνονται οι υδραυλικοί, οι τεχνίτες της οικοδομής κτλ
2. Οι προς διορισμόν καθηγητές να εξετάζονται από
επιτροπή ειδικών Ψυχολόγων και Ψυχιάτρων, για το αν είναι κατάλληλοι για
καθηγητές. Πρέπει να αποκλείονται από την εκπαίδευση, όσοι έχουν
ψυχολογικά ή ψυχιατρικά προβλήματα, σεξουαλικές διαταραχές, τάσεις
παιδεραστίας, εξαρτημένοι από ναρκωτικά, σημαντικά προβλήματα στην
ομιλία, στην ακοή και στην άρθρωση, γιατί δημιουργείται πρόβλημα στη
διεξαγωγή του μαθήματος. Στα παιδιά του λαού οφείλουμε να εξασφαλίζουμε
τις καλύτερες συνθήκες. Υπάρχουν άλλες εργασίες στις οποίες τέτοια άτομα
μπορούν να απασχοληθούν.
Μόνο οι εκπαιδευτικοί Βθμιας εκπαίδευσης , γιατί, μαζί και οι υποψήφιοι σύμβουλοι, οι προισταμενοι , και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα και κυρίως οι υπουργοί παιδείας
3. Να δοθεί δυνατότητα μετάταξης καθηγητών με
ψυχολογικά προβλήματα ή ανεπάρκεια διδακτική, σε άλλες υπηρεσίες, ή στη
γραμματειακή υποστήριξη των σχολείων. Το λειτούργημα του Καθη-γητή είναι
λεπτό και ευαίσθητο, χρειάζεται πολλές δεξιότητες και ικανότητες,
ειδικά στη σύγχρονη εποχή
Αυτό γίνεται ήδη απο χρόνια
. 4. Η τοποθέτηση των καθηγητών στα Λύκεια να γίνεται
με επιστημονικά και παιδαγωγικά μόνο κριτήρια, λόγω των αυξημένων
απαιτήσεων που υπάρχουν σ’ αυτά. Δεν είναι δυνατόν να διεκδικεί θέση στο
Λύκειο καθηγητής με επάρκεια στους υπολογιστές, με ξένη γλώσσα, με
δεύτερο πτυχίο, με Μεταπτυχιακό, με Διδακτορικό και να τοποθετείται
άλλος χωρίς να έχει κανένα απ’ αυτά, λόγω αρχαιότητας. Τα προσόντα αυτά
και μόνο πρέπει να δίνουν απόλυτη προτεραιότητα για την τοποθέτηση σε
Λύκειο.
Καήκαμε , η προυπηρεσία που ειναι η σπουδαιότερη διαδικασία μάθησης , απορριπτεται εις όφελος μαιμου πιστοποιητικών όπως τα γιαλαντζί διδακτορικά
5. Η διδασκαλία του κάθε μαθήματος στο Λύκειο
κυρίως, αλλά και στο Γυμνάσιο, να γίνεται από Καθηγητές και μόνο της
ειδικότητας. Είναι αδιανόητο στην εποχή της άκρας εξειδίκευσης ο
Γεωλόγος η ο Χημικός να διδάσκει Φυσική κατεύθυνσης, ο Βιολόγος
Γεωλογία, ο Ιστορικός Αρχαία κατεύθυνσης, ο Αρχαιολόγος Νέα Ελληνικά
κλπ. Υπάρχουν συγκροτήματα σχολείων που μπορούν αυτά να εφαρμοστούν,
κάνοντας ο Βιολόγος τη Βιολογία σε δύο σχολεία που βρίσκονται στο ίδιο
συγκρότημα, ο Χημικός τη Χημεία κλπ. Η σύμπτυξη των σχολείων, που
εφαρμόστηκε έχει τουλάχιστον αυτό το θετικό. Σήμερα η εκπαίδευση δεν
μπορεί να λειτουργεί με δεδομένα και πρακτικές της δεκαετίας του 1950.
Ο Γεωλόγος για παράδειγμα έχει διδαχθεί Φυσική και Χημεία σε πανεπιστημικο επίπεδο , πως είναι δυνατόν να μην μπορεί να κάνει μάθημα στη Β Γυμνασίου, κουράγιο θέλει όχι φιλολογία
Οι Φιλόλογοι πλέον πρέπει να καταταχθούν σε ειδικότητες, όπως οι ΠΕ4,
με διαφορετικά μαθήματα πρώτης ανάθεσης. Είναι απαράδεκτο σήμερα, ο
πτυχιούχος του Φ.Π.Ψ. να έχει πρώτη ανάθεση και τα Αρχαία κατεύθυνσης, ή
ο ιστορικός τα Ν. Ελληνικά κατεύθυνσης. Δεν μπορεί κανένας σήμερα να
είναι ειδικός σε πέντε επιστήμες. Ας βάλουμε επιτέλους τον δάκτυλο στον
"τύπο των ήλων" του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο οδυνηρό και αν είναι,
όσο και αν θίγει συντεχνιακές σκοπιμότητες.
Εδώ έδεσε το γλυκό, ηδη έχουμε 120 σχεδόν ειδικότητες στην Βθμια εκπαιδευση, να τις κάνουμε 300 να τελειώνουμε
6. Στο δημοτικό πρέπει για τους ίδιους λόγους να
μπουν όλες οι ειδικότητες, τουλάχιστον κατ’ αρχήν στην Τετάρτη, Πέμπτη
και Έκτη τάξη, όπως ισχύει σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, γιατί:
α. Σήμερα οι δάσκαλοι είναι αδύνατον επιστημονικά να ανταποκρίνονται
εξ ίσου καλά και να έχουν την απαιτούμενη επάρκεια στα Μαθηματικά, στη
Φυσική, στα Ελληνικά, στα Θρησκευτικά κλπ.
β. Οι δάσκαλοι που προέρχονται από θεωρητική κατεύθυνση δεν έχουν την
απαιτούμενη επάρκεια στα μαθηματικά και στη Φυσική, όπως και οι
προερχόμενοι από τη θετική και τεχνολογική για τα Ελληνικά και την
Ιστορία.
γ. Βεβαίως για τις παραπάνω αλλαγές θα υπάρξουν αντιδράσεις από τους
συνδικαλιστές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρέπει όμως να ομολογήσουμε
ότι, εδώ που έχει φτάσει η πατρίδα μας και η εκπαίδευση, κάποιες
αγκυλώσεις του παρελθόντος πρέπει να ξεπεραστούν και να παραδεχθούμε
ότι και το συνδικαλιστικό μας κίνημα, παρά τη τεράστια προσφορά του,
ήταν στιγμές που έκανε λάθη και λειτούργησε ως τροχοπέδη στις θετικές
εξελίξεις. Σήμερα χρειάζεται να κάνουμε όλοι άλματα και υπερβάσεις,
ξεπερνώντας τα συντεχνιακά μας συμφέροντα για το καλό της πατρίδας και
των παιδιών μας.
7. Το μάθημα της Βυζαντινής Ιστορίας να το έχουν ως
πρώτη ανάθεση οι Ιστορικοί και οι Θεολόγοι μόνο, γιατί η ερμηνεία των
ιστορικών γεγονότων της περιόδου αυτής απαιτεί αυξημένες θεολογικές
προϋποθέσεις για να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί, τις οποίες διαθέτουν
και έχουν σπουδάσει, κυρίως οι Θεολόγοι. Τα περισσότερα και βασικότερα
κεφάλαια της Βυζαντινής Ιστορίας: Διωγμοί, Σχίσμα, Σταυροφορίες,
Αιρέσεις, Οικουμενικές Σύνοδοι, Εικονομαχία, Μεταρρύθμιση,
εκχριστιανισμός Σλάβων και Ρώσων, Ενωτικοί–ανθενωτικοί, ο ρόλος του Πάπα
στη Δύση, Ισλαμισμός-Άραβες, Μ. Κωνσταντίνος, Μ. Θεοδόσιος,
Ιουστινιανός, Ηράκλειος, Ίσαυροι, Νικηφόρος Φωκάς, Παλαιολόγοι, μόνο με
θεολογικές γνώσεις μπορούν να ερμηνευθούν. Άλλωστε μαθήματα Βυζαντινής
ιστορίας διδάσκουν ήδη στα Θρησκευτικά της Γ΄ Γυμνασίου.
8. Οι καθηγητές που βαθμολογούν στα βαθμολογικά
κέντρα των πανελλαδικών εξετάσεων, πάση θυσία, δεν θα πρέπει να
γνωρίζουν από διαρροές ποιών σχολείων ή περιοχών είναι τα γραπτά που
βαθμολογούν, γιατί κάποιοι επηρεάζονται. Βαθμολογούν αυστηρότερα η
επιεικέστερα. Αν γνωρίζουν ότι βαθμολογούν το τάδε ονομαστό
ακριβοπληρωμένο ιδιωτικό σχολείο, που φοιτούν πλούσιοι και επώνυμοι, η
της τάδε ακριβής και εύπορης περιοχής της πλουτοκρατίας, κάποιοι άθελά
τους επηρεάζονται. Ενώ αν γνωρίζουν ότι βαθμολογούν σχολεία της τάδε
φτωχικής περιοχής ή της ιδιαίτερης πατρίδας τους, άθελά τους γίνονται
επιεικέστεροι και δίκαια ίσως, γιατί αυτά τα παιδιά δεν είχαν
δυνατότητες βοήθειας και υποστήριξης.
9. Οι καθηγητές που εξετάζουν στα κέντρα μαθητών με
μαθησιακές δυσκολίες, πρέπει να επιμορφώνονται ουσιαστικά, για τον τρόπο
εξέτασης, να εξειδικεύονται στο χειρισμό των μαθητών αυτών, γιατί
πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν καμία γνώση για τις μαθησιακές δυσκολίες,
παρουσιάζουν προβλήματα στον τρόπο εξέτασης των μαθητών αυτών, κάνουν
τραγικά λάθη, διακατέχονται από τάση υποτίμησή τους και αδικούν τους
μαθητές. Επίσης το ότι σ’ αυτούς τους μαθητές δεν δίνεται παραπάνω
χρόνος, είναι απαράδεκτο παιδαγωγικά και επιστημονικά, αφού αποτελεί
βασική δυσκολία των μαθησιακών προβλημάτων και ισχύει σ’ όλα τα
ευρωπαϊκά κράτη. Οι διαμαρτυρίες των γονιών έχουν βάση και χρειάζεται
αναθεώρηση της διαχείρισης εκ μέρους του Υπουργείου του χρόνου
προετοιμασίας και επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος. 10. Αξιολόγηση για όλους και από περισσότερα του
ενός πρόσωπα. Όσο ίσχυε η αξιολόγηση, οι καθηγητές έδειξαν εκπληκτικό
ενδιαφέρον για το λειτούργημά τους, τις επιμορφώσεις τους, την μορφωτική
αναβάθμισή τους. Όσο περισσότεροι αξιολογούν τόσο πιο
αξιοκρατική-αντικειμενική γίνεται η αξιολόγηση. Αξιολόγηση όχι μόνο εκ
των άνω προς τα κάτω αλλά και εκ των κάτω προς τα άνω. Ο καθηγητής να
μην αξιολογείται μόνο από το Σύμβουλο και τον Διευθυντή, αλλά και από
τους μαθητές, με κάποιο τρόπο που μπορεί να βρεθεί, π.χ με ανώνυμο
ερωτηματολόγιο, στις γνώσεις, μεταδοτικότητα, διαχείριση τάξης, σχέση με
μαθητές κλπ., με 10% συμμετοχή κατ’ αρχήν στη συνολική του αξιολόγηση.
Άλλωστε τον 4ο μ.Χ. αιώνα στις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας, οι
φοιτητικοί σύλλογοι επέλεγαν τους καθηγητές τους. Σήμερα οι καθηγητές
που διδάσκουν μαθήματα πανελλαδικών εξετάσεων, πρέπει να επιλέγονται από
τους μαθητές. Ο πιο αντικειμενικός κριτής του καθηγητή είναι οι μαθητές
του.
Οι Σύμβουλοι και οι Διευθυντές σχολείων να αξιολογούνται με βαθμό και
όχι να ψηφίζονται, όχι μόνο από τους προϊσταμένους των αλλά και από
τους καθηγητές. Οι καλύτεροι αξιολογητές των Συμβούλων και Διευθυντών
είναι οι καθηγητές, γιατί αυτοί συνεργάζονται μαζί τους περισσότερο
χρόνο. Ας μην υποτιμούμε την κρίση τους. Την αντικατάσταση της
συνέντευξης με την αξιολόγηση από τους καθηγητές, στην επιλογή των
Δ/ντών την θεωρώ άκρως θετική, μόνο που έπρεπε να αξιολογούνται με
βαθμολογία από τους καθηγητές τους και όχι να ψηφίζονται και να μπορούν
να επιλέγουν στη συνέχεια όλα τα σχολεία.Υπήρξαν μικρά επαρχιακά σχολεία
που ο σύλλογος που ψήφισε τον Δ/ντή, ήταν δύο μόνο καθηγητές και άλλα
σχολεία στα οποία αποκλείστηκαν ικανοί υποψήφιοι Δ/ντές, από τις κλίκες
που δημιουργήθηκαν. Υπήρξαν περιπτώσεις που έγινε Δ/ντής με 5
αντικειμενικά μόρια, ενώ αποκλείστηκε ο συνυποψήφιός του με 20. Όπως
εφαρμόστηκε δημιούργησε αδικίες και δικαίως αμφισβητείται από το ΣΤΕ,
πρέπει να υπάρξουν βελτιώσεις, έχει και θετικά στοιχεία. 11. Για την επιλογή των αναπληρωτών είναι απαράδεκτο
να μη μοριοδοτούνται το μεταπτυχιακό, το διδακτορικό, η επάρκεια στις
ΤΠΕ και οι ξένες γλώσσες, όπως γίνεται για τα στελέχη. Τι θέλουμε
καθηγητές μειωμένων δυνατοτήτων; Τι κίνητρα δίνουμε για την
επιστημονική, διδακτική και παιδαγωγική τους ανάπτυξη;
Προφανώς κανένα κίνητρο ,μεσα σε τόση θολούρα αντε να καταλάβεις γιατι αυτός με το διδακτορικό πάει αναπληρωτής στη Σίκινο
12.Υπάρχει απόλυτη ανάγκη να τοποθετηθούν σχολικοί
ψυχολόγοι, έστω ένας ή δύο κατ’ αρχήν σε κάθε νομό, για να μπορούν να
επιλαμβάνονται των εξειδικευμένων ψυχολογικών προβλημάτων και
συμπεριφορών, ορισμένων μαθητών, που δεν είναι δυνατόν να
αντιμετωπισθούν από τους καθηγητές. Τελευταία το Υπουργείο Παιδείας
ακούγοντας τις προτάσεις πολλών Συμβούλων, έστειλε ψυχολόγους με
ετήσιες συμβάσεις στα σχολεία. Ευελπιστούμε ότι θα τοποθετηθούν και
μόνιμοι με το νέο σχολικό έτος. Υπάρχουν μαθητές σε σχολεία, ιδιαίτερα
στα ΕΠΑΛ και σε Νυκτερινά, με τέτοιες συμπεριφορές, που προβληματίζουν
αν έπρεπε να είναι σε γενικό σχολείο η σε ειδικό σχολείο και χρειάζονται
ψυχολογική υποστήριξη. Οι καθηγητές φθείρονται και κουράζονται
ψυχολογικά, σε επικίνδυνο για την υγεία τους βαθμό, χωρίς να σημαίνει
πάντα ότι αυτοί έχουν το πρόβλημα, αφού σε άλλα τμήματα δεν έχουν
δυσκολία. Το να αναφέρουν, ότι μετά από το μάθημα σ’ αυτό το τμήμα
παίρνω ηρεμιστικό για να συνέλθω, ή δεν αντέχω άλλη χρονιά σε αυτό το
τμήμα, δείχνει «του λόγου το αληθές», αλλά και το μέγεθος του
προβλήματος, μαζί με την επικινδυνότητα του έργου του καθηγητή σήμερα.
Μη λησμονούμε ότι σύμφωνα με πανευρωπαϊκές έρευνες, το επάγγελμα του
καθηγητή σήμερα θεωρείται ιδιαίτερα στρεσογόνο και ψυχοφθόρο,
κατατάσσοντάς το στα ιδιαίτερα ανθυγιεινά επαγγέλματα από ψυχολογικής
πλευράς.
Οι Διευθυντές στην κατανομή των μαθημάτων, όταν υπάρχει δυνατότητα,
πρέπει να φροντίζουν ώστε η ανάθεση των δύσκολων τμημάτων να γίνεται
στους πιο έμπειρους και ικανούς καθηγητές και όχι να δίνονται στους
άπειρους, στους νέους ή στους αναπληρωτές. Αλλά και το ενδιαφέρον και οι
παρεμβάσεις τους, για την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων, την τήρηση της
εξειδίκευσης στην ανάθεση των μαθημάτων, να είναι ουσιαστικές και όχι
να γίνεται με βάση την αρχαιότητα, τα συμφέροντα ή τις κοινωνικές
σχέσεις. 13.Είναι απαράδεκτο επιστημονικά και παιδαγωγικά, να
έχουμε στα σχολεία καθηγητές 67 ετών, σύμφωνα με τα σχεδιαζόμενα μέτρα
αύξησης ορίων συνταξιοδότησης. Δεν έχουν τις δυνατότητες, τις αντοχές,
την επικοινωνία με μαθητές 50 και 60 χρόνια νεώτερους. Ο καθηγητής δεν
είναι επάγγελμα γραφείου. Ο καθηγητής, αν κρίνεται απαραίτητο να
εργάζεται μέχρι τα 67, το αργότερο στα 60 πρέπει να μετατάσσεται σε
θέσεις γραφείου, εφ’ όσον το επιθυμεί. 14. Να κλείσουν οι μισές από τις καθηγητικές σχολές
των Πανεπιστημίων, γιατί δεν χρειάζονται πλέον τόσοι καθηγητές. Παράγουν
άνεργους και επιβαρύνουν άσκοπα τον εθνικό προϋπολογισμό, παρέχοντας
δωρεάν επιστημονικό δυναμικό σε άλλα κράτη. Τα τεράστια ποσά που θα
εξοικονομηθούν να διατεθούν για την βελτίωση της παρεχόμενης παιδείας.
Έχουμε 21 Φιλολογικά τμήματα, 6 Μαθηματικά, 5 Φυσικής, 5 Χημείας, 3
Γεωλογίας, 5 Βιολογίας κλπ. Με τα μισά εξ αυτών καλύπτουμε όλες τις
εκπαιδευτικές μας ανάγκες. Γεμίσαμε με πανεπιστημιακές σχολές όλες τις
πόλεις, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, υποβαθμίσθηκε το επίπεδο των
πτυχιούχων, και μετά διερωτόμαστε πως φθάσαμε στα πρόθυρα της
χρεοκοπίας. 15. Να ανοίξουν άμεσα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, όπως είναι σ’ όλες τις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες γιατί:
α. Οι εύποροι ούτως ή άλλως τα παιδιά τους τα στέλνουν στα
Πανε-πιστήμια του εξωτερικού, έτσι φεύγει συνάλλαγμα που θα μπορούσε να
μένει στην Ελλάδα.
β. Τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπο-λογισμό, αλλά δημιουργούν θέσεις εργασίας. 16. Να επιλεγούν ικανοί, καταρτισμένοι και επαρκείς
ιερωμένοι, οι οποίοι να εισέρχονται στις σχολικές μονάδες για συνδρομή
στο παιδευτικό έργο του σχολείου, τη στήριξη, καθοδήγηση, υποστήριξη,
μέσα από την προσωπική επαφή. Το σχολείο οφείλει να ανοίγεται και να
συνεργάζεται με όλους τους φορείς που μπορούν να το βοηθήσουν. Μας
ενδιαφέρει η ψυχική υγεία των παιδιών και οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε
κάθε μέσο γι’ αυτό. Είναι απαράδεκτο να θέλουμε την Εκκλησία μόνο για να
μας επιχορηγεί τις εκδρομές και την υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων
και να μην συνεργαζόμαστε και σε άλλους τομείς διαπαιδαγώγησης.
Η έννοια της κριτικής σκέψης/στάσης δεν είναι
καινούργια. Ωστόσο η πρακτική της περιορίστηκε συχνά στη μειοψηφία
μιας ελίτ που έχει τα προνόμια και εξουσία την οποία χρησιμοποιεί
για να προωθήσει τα συμφέροντα των λίγων.
04/04/2016
Α. Οι
επερχόμενες γενιές είναι πιθανό να ζήσουν στην εποχή μιας
αδιανόητης αποδιοργάνωσης. Είμαστε υποχρεωμένοι να τις βοηθήσουμε
να μάθουν πώς να μαθαίνουν, όχι πώς να αναλώνονται στον
ανταγωνισμό και τη βαθμοθηρία.
Β. Τα παλαιότερα πρότυπα σύμφωνα με τα οποία
κάποιος έπρεπε απλώς να συγκεντρώσει υψηλή βαθμολογία σε
σταθμισμένα τεστ βασικών δεξιοτήτων, δεν μπορούν πλέον να
αποτελούν τα μόνα μέσα για την αξιολόγηση της επιτυχίας ή της
αποτυχίας των μαθητών και μαθητριών μας που φοιτούν στη γενική ή
στην τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Γ. Η έννοια της κριτικής σκέψης/στάσης δεν
είναι καινούργια. Ωστόσο η πρακτική της περιορίστηκε συχνά στη
μειοψηφία μιας ελίτ που έχει τα προνόμια και εξουσία την οποία
χρησιμοποιεί για να προωθήσει τα συμφέροντα των λίγων. Αλλά οι
λίγοι, εκείνοι που κατέχουν την υπέρτατη δύναμη της πειθαρχημένης
σκέψης την χρησιμοποιούν για να προωθήσουν, όπως θα περίμενε
κανείς, τα συμφέροντα των λίγων. Δ. Η αντίληψη της εκπαίδευσης με βάση αυτή την
οπτική εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με μια σειρά θεμάτων,
όπως η παιδαγωγικές μέθοδοι και πρακτικές, οι τύποι της γνώσης, η
ευθύνη της κοινότητας και των εκπαιδευτικών φορέων, ο ρόλος των
μαθητών, των εκπαιδευτικών και των γονέων, καθώς και η λογοδοσία
των ενδιαφερομένων μερών.
Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα σημεία του κειμένου για το “Εθνικό Σχολικό Πρόγραμμα” που επεξεργάζεται η Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: Οι νέοι παγκόσμιοι κίνδυνοι
Καθώς ο κόσμος αλλάζει σήμερα με γεωμετρικά επιταχυνόμενο
ρυθμό προσχωρώντας σε μια εντατικοποιημένη πολυπλοκότητα, οι
άνθρωποι και οι κοινωνίες καλούνται συνεχώς να προσαρμόζονται και
να αντεπεξέρχονται σε νέες και αστάθμητες συνθήκες. Οι νέοι
παγκόσμιοι κίνδυνοι, από την οικονομική αποδιοργάνωση έως τους
πολέμους και την προσφυγική κρίση έχουν αντίκτυπο σε όλους μας, αν
και διαφέρει ο τρόπος με τον οποίο μας πλήττουν και ο βαθμός της
έντασής τους. Παρόλα αυτά, η αστάθεια που χαρακτηρίζει τον
σημερινό κόσμο, και τη χώρα μας ειδικότερα, θα μπορούσε να
θεωρηθεί αφορμή κινητοποίησης της επιτακτικής ανάγκης μαθητών και
εκπαιδευτικών να πρωτοτυπήσουν, να δημιουργήσουν, να πράξουν
συλλογικά και με αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η απάντηση στην τρέχουσα
σύνθετη παγκόσμια κατάσταση είναι η οικοδόμηση μιας άλλης σχέσης
με τη γνώση και τον κόσμο, μέσα από ένα σχολείο σύγχρονο, που
καλλιεργεί την επιθυμία για μάθηση και την απόλαυση της γνώσης,
χωρίς διακρίσεις: ανοιχτό και ισότιμα προσβάσιμο σε όλα τα παιδιά
ανεξάρτητα από φύλο, καταγωγή, κοινωνική τάξη, εθνικότητα,
θρήσκευμα, μητρική γλώσσα και φυσική κατάσταση. Νέα «άτακτη» τάξη πραγμάτων
Σ’ αυτό το πλαίσιο καταιγιστικών αλλαγών, είναι απαραίτητο να
αναπτύξουμε τις διαθέσεις και τις ικανότητες εκείνες που θα μας
επιτρέψουν να αντιμετωπίσουμε την νέα «άτακτη» τάξη πραγμάτων
μαθαίνοντας πώς να λειτουργούμε μέσα σε αυτή, ή και κριτικά ως
προς αυτή, χρησιμοποιώντας τις υποκειμενικότητές μας δημιουργικά.
Το μέλλον απαιτεί από όλους μας, και ιδιαίτερα από τους νέους
μας, να αναζητούν ολοένα πιο αποτελεσματικούς τρόπους στοχασμού, να
αναπτύσσουν διαρκώς ικανότητες κριτικής ανάγνωσης και σφαιρικής
ερμηνείας της πραγματικότητας, καθώς και ικανότητες διερεύνησης
διαφορετικών οπτικών πριν τη λήψη αποφάσεων. Επικίνδυνοι συνδυασμοί
Η λογική της εποχής μας ενίοτε παράγει επικίνδυνους
συνδυασμούς, όπως ας πούμε, τα αεροπλάνα τζετ και ο
φονταμενταλισμός ή οι υποθήκες κατοικιών και τα αμοιβαία κεφάλαια
υψηλού κινδύνου (hedge funds). Εξίσου συχνά, όμως, δημιουργεί
θαύματα, όπως οι επαναστατικές ιατρικές ανακαλύψεις και οι
συναρπαστικές θεωρήσεις στη φιλοσοφία και στις κοινωνικές
επιστήμες. Για να αποκριθούμε επαρκώς στις σύγχρονες προκλήσεις,
πρέπει να είμαστε σε θέση να εκτιμούμε ό,τι έχουμε στη διάθεσή
μας και να σχεδιάζουμε οραματικά, να διαβάζουμε ανάμεσα και πίσω
από τις γραμμές, να επιλέγουμε με ορθή κρίση και κριτικό
αναστοχασμό, να εξετάζουμε με ευαισθησία τις κοινωνικές συνθήκες,
να στηριζόμαστε σε κριτήρια που έχουν τη δυνατότητα της
αυτοδιόρθωσης. Οι επερχόμενες γενιές είναι πιθανό να ζήσουν στην
εποχή μιας αδιανόητης αποδιοργάνωσης. Είμαστε υποχρεωμένοι να τις
βοηθήσουμε να μάθουν πώς να μαθαίνουν, όχι πώς να αναλώνονται
στον ανταγωνισμό και τη βαθμοθηρία. Οι γονείς
Οι γονείς, η οικογένεια και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον,
που αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κοινωνικοποίησης, κατά κανόνα
μεταβιβάζουν στα παιδιά τις πολιτισμικές αξίες που οι ίδιοι
απέκτησαν μια γενιά νωρίτερα, καθώς και τις κανονιστικές αρχές και
αξίες που είναι αποδεκτές από τον κοινωνικό περίγυρο. Δηλαδή, το
άμεσο κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού μπορεί, άθελά του, να το
μετατρέψει σε θύμα του παρελθόντος, και να το κοινωνικοποιήσει με
τρόπους που αναπαράγουν ακατάλληλες για το σήμερα και το αύριο
πολιτισμικές πρακτικές, άλλοτε μέσω μιας άμεσης καθοδήγησης και
άλλοτε χωρίς συνειδητή πρόθεση. Και ενώ είναι σημαντικό να
έχουμε κατανοήσει το παρελθόν καθώς σχεδιάζουμε για το μέλλον, η
κατανόηση αυτή δεν επαρκεί για να βοηθήσουμε κάποιον/α να
εξελιχθεί σε λειτουργικό/ή και ενεργό πολίτη ο οποίος/η οποία ζει
έναν βίο άξιο για τον ίδιο/την ίδια και για τον περίγυρό
του/της. Εδώ είναι που η δημόσια εκπαίδευση έχει το βαρυσήμαντο
ρόλο να καταστήσει την κριτική σκέψη και στάση των μαθητών, τις
δημοκρατικές αξίες και την κουλτούρα ισότητας κεντρικούς στόχους
της παιδείας. Βαθμολογίες- Ψευδεπίγραφη «αριστεία»
Τα παλαιότερα πρότυπα σύμφωνα με τα οποία κάποιος έπρεπε απλώς
να συγκεντρώσει υψηλή βαθμολογία σε σταθμισμένα τεστ βασικών
δεξιοτήτων, δεν μπορούν πλέον να αποτελούν τα μόνα μέσα για την
αξιολόγηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας των μαθητών και μαθητριών
μας που φοιτούν στη γενική ή στην τεχνική-επαγγελματική
εκπαίδευση. Ενώ τα θεσμικά όργανα της εκπαίδευσης είναι κυρίως
κομφορμιστικά, είναι σημαντικό να σκεφτούμε και να αξιοποιήσουμε
τις μετασχηματιστικές δυνατότητες της εκπαίδευσης. Η συγκεντρωτική
εξουσία στην εκπαίδευση, ένας θεσμός συνήθως ιεραρχικός και υπό
κρατικό έλεγχο, μπορεί να λειτουργήσει ως μια άλλη μορφή
καταπίεσης, όπου η δημιουργικότητα και η καινοτομία συντρίβονται
υπό το βάρος μιας ψευδεπίγραφης «αριστείας». Να απομακρυνθούμε από τον εμπορικό, συντεχνιακό και καταναλωτικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης
Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό να απομακρυνθούμε από τον
εμπορικό, συντεχνιακό και καταναλωτικό προσανατολισμό της
εκπαίδευσης, και αντίθετα να κινηθούμε προς τον στόχο της
ενθάρρυνσης των μαθητών να επιτυγχάνουν, με τον τρόπο που μπορεί ο
καθένας ή η καθεμία, εσωτερική ωριμότητα και ισορροπία καθώς και
την αίσθηση της πληρότητας που προκύπτει όταν κάποιος μπορεί να
αναλαμβάνει δράση και να συνεργάζεται με άλλους, ώστε να
παράγονται γνώσεις, ιδέες ή αντικείμενα τα οποία είναι πολύτιμα,
τόσο για το άτομο όσο και για το κοινωνικό περιβάλλον του. Θα
πρέπει να υποστηρίξουμε και να προωθήσουμε τη δημιουργία αμοιβαίων
και αμοιβαία ενισχυτικών σχέσεων μεταξύ όλων εκείνων που
ασχολούνται με την εκπαίδευση, αλλά και μεταξύ όλων των
εκπαιδευτικών κλάδων, έτσι ώστε κάθε μαθητής και μαθήτρια να
είναι ελεύθερος/η να αναπτύξει τη δική του/της μοναδική αποστολή
στην κοινωνία, μέσα από ένα πολύπλευρο φάσμα εμπειριών. Η δημόσια εκπαίδευσή μας είναι παγιδευμένη
Η δημόσια εκπαίδευση στη χώρα μας, όπως και σε πολλές άλλες
χώρες, δεν έχει πραγματοποιήσει με επιτυχία τη μετάβαση από έναν
τύπο διδασκαλίας που απαιτεί την αποστήθιση πληροφοριών στην
ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών (και των δασκάλων). Η
δημόσια εκπαίδευσή μας είναι παγιδευμένη σε ένα σύστημα
δεσμευμένο να μεταδίδει την επίσημα εγκεκριμένη γνώση, η οποία
διαμορφώνεται από το συγγραφέα ή τους συγγραφείς του σχολικού
εγχειριδίου για κάθε εκπαιδευτικό αντικείμενο, γνώση που δεν
επιτρέπεται να αμφισβητηθεί. Ωστόσο, ο κόσμος του σήμερα και
ιδιαίτερα του αύριο απαιτεί πλέον μια διαφορετικού τύπου
εκπαίδευση για τη νεολαία μας, με την ενεργό βοήθεια των
εκπαιδευτικών που έχουν οι ίδιοι αποκτήσει ικανότητες κριτικής
σκέψης, ή τουλάχιστον τα κίνητρα για την ανάπτυξή της, με τη
βοήθεια προγραμμάτων σπουδών και παιδαγωγικών πρακτικών που
ευνοούν την ανοικτή και ανακαλυπτική μάθηση. Αυτό σημαίνει ότι
χρειαζόμαστε ευέλικτα εκπαιδευτικά υλικά βασισμένα σε προγράμματα
σπουδών με πρωτοτυποποιμένες προδιαγραφές που όμως δίνουν την
δυνατότητα της παρέμβασης του εκπαιδευτικού ώστε τα μαθήματα να
προσαρμόζονται στους διαφορετικούς τύπους ευφυΐας των μαθητών, στις
εμπειρίες, τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντα τους και τους βοηθούν
να αναπτύσσονται δημιουργικά. Κριτική σκέψη και στάση των μαθητών
Το θεωρητικό υπόβαθρο και η τεχνογνωσία που απαιτούνται για να
καλλιεργήσουμε την κριτική σκέψη και στάση των μαθητών στο πλαίσιο
του σχολείου υπάρχουν και μπορούν να αποκτηθούν πρόσθετα. Οι
χώρες που έχουν την προνοητικότητα να καλλιεργούν συστηματικά την
κριτική σκέψη/στάση των μαθητών τους στα σχολεία και την κριτική
σκέψη/στάση των πολιτών όλων των ηλικιών στους χώρους εργασίας
και στην κοινότητα, θα έχουν σημαντικά οφέλη σε σύγκριση με τις
χώρες που δεν κάνουν αυτή την προσπάθεια, μολονότι η επίτευξη του
στόχου αυτού είναι μια δύσκολη αποστολή. Επί του παρόντος,
υπάρχουν χώρες που συστηματικά επιχειρούν να μετατρέψουν το
εκπαιδευτικό τους σύστημα προς αυτή την κατεύθυνση επειδή
αναγνωρίζουν την επείγουσα ανάγκη για ανθρώπους που είναι ανοικτοί
σε νέες ιδέες και προοπτικές, που μπορούν να σκεφτούν «κόντρα στο
ρεύμα» και δεν παίρνουν ό,τι διατίθεται στην «αγορά» των
αναπαραστάσεων ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Αντιλαμβάνονται ότι αυτή
η ανάγκη δεν μπορεί παρά να μεγεθύνεται όσο περνάει ο καιρός,
επειδή η κριτική σκέψη/στάση απέναντι στην πληθώρα των
πληροφοριών από τις οποίες καταιγιζόμαστε είναι η απάντηση στην
αυξανόμενη πολυπλοκότητα του
κόσμου μας, το εργαλείο εναργούς ανάλυσης των νέων ανταγωνισμών,
αποκλεισμών και ανισοτήτων που παράγονται αλλά και επεξεργασίας
εναλλακτικών προσανατολισμών σκέψης και δράσης. Συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων
Οι πολύπλοκες και διαφοροποιημένες, αλλά και συγκρουσιακές,
κοινωνίες του σήμερα και του αύριο δεν προσφέρουν ευκαιρίες στους
παθητικούς δέκτες που επιμένουν σε μια απλοϊκή αντίληψη για τον
κόσμο, εκείνους που βλέπουν τα πράγματα με όρους «μαύρο και
άσπρο» και δεν αναγνωρίζουν ότι μπορούν να κατανοηθούν με
ποικίλους τρόπους, που θεωρούν ότι όλες οι ερωτήσεις επιδέχονται
απαντήσεις με «ναι» ή «όχι» χωρίς λεπτές αποχρώσεις, που
αποτυγχάνουν να αντιληφθούν τις διασυνδέσεις ή να αναγνωρίσουν τη
συνάφεια μεταξύ στοιχείων, που αντιλαμβάνονται τα γεγονότα τα
οποία αυτοί γνωρίζουν ως τα μόνα σχετικά και τη δική τους οπτική
γωνία ως τη μόνη λογική. Η εποικοδομητική και ενεργή συμμετοχή των
πολιτών στη λήψη αποφάσεων απαιτεί ανθρώπους που να διαθέτουν
έναν πολύπλοκο συνδυασμό δεξιοτήτων κριτικής σκέψης/στάσης, οι
οποίες μπορεί να μην χρησιμοποιούνται πάντα –διότι δεν ενεργούμε
καθαρά αντικειμενικά και ορθολογικά σε κάθε στιγμή– αλλά που
μπορούν να επιστρατευθούν όταν αυτό απαιτείται. Μειοψηφία μιας ελίτ που έχει τα προνόμια και εξουσία
Η έννοια της κριτικής σκέψης/στάσης δεν είναι καινούργια.
Ωστόσο η πρακτική της περιορίστηκε συχνά στη μειοψηφία μιας ελίτ
που έχει τα προνόμια και εξουσία την οποία χρησιμοποιεί για να
προωθήσει τα συμφέροντα των λίγων. Αλλά οι λίγοι, εκείνοι που
κατέχουν την υπέρτατη δύναμη της πειθαρχημένης σκέψης την
χρησιμοποιούν για να προωθήσουν, όπως θα περίμενε κανείς, τα
συμφέροντα των λίγων. Είναι σημαντικό σήμερα, σε μια δημοκρατική
κοινωνία που θέλει να παραμείνει δημοκρατική και να εμβαθύνει τους
δημοκρατικούς της θεσμούς, η δύναμη της κριτικής μάθησης να γίνει
προσιτή σε περισσότερους ανθρώπους, ιδιαίτερα σε εκείνους με
περιορισμένη πρόσβαση στις εκπαιδευτικές ευκαιρίες που είναι
παραδοσιακά διαθέσιμες στους λίγους ευνοημένους. Πόσοι από τους νέους μας θα ζήσουν στην ανεργία και την υπο- απασχόληση στην σύγχρονη, ανελέητη εποχή;
Το ερώτημα είναι πόσο χρονοβόρα και επίπονη θα αποβεί η
διαδικασία αυτή και τι είναι αυτό που θα έχει θυσιαστεί από το
κοινό καλό, στο μεταξύ. Πόσοι από τους νέους μας θα ζήσουν στην
ανεργία και την υπο- απασχόληση στην σύγχρονη, ανελέητη εποχή;
Πόσος χρόνος θα περάσει μέχρι να εγκαταλείψουμε τις παραδοσιακές
προσπάθειες να διδάσκουμε τους νέους τι να σκέπτονται; Τέτοια
διδάγματα αδυνατούν να τους προετοιμάσουν για τον πραγματικό κόσμο
που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να
καταστήσουμε δυνατή μια ριζική αλλαγή στα σχολεία μας: μια αλλαγή
που θα δημιουργεί νέες δυνατότητες, νέους θεσμούς και μια νέα
γραμματική μάθησης. Φορτικά πιέζουμε τα παιδιά μας να τελειώσουν το σχολείο με καλούς βαθμούς
Είμαστε πρόθυμοι σήμερα να δαπανήσουμε περισσότερα χρήματα για
την εκπαίδευση των παιδιών μας από ό,τι για οτιδήποτε άλλο, αν και
δεν έχουμε καμία εγγύηση ότι ένα απολυτήριο λυκείου ή ένα
πτυχίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα βάλει το κεφάλι τους κάτω
από μια στέγη (αν δεν μπορούμε να τους προσφέρουμε αυτή τη στέγη
εμείς οι ίδιοι). Φορτικά πιέζουμε τα παιδιά μας να τελειώσουν το
σχολείο με καλούς βαθμούς, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς γιατί το
κάνουμε. Έχουμε, επίσης, χάσει την αίσθηση του γιατί ξοδεύουμε
τόσο πολλά για να φοιτήσουν τα παιδιά μας στο πανεπιστήμιο, με την
κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε τον ρόλο της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης όπως ακριβώς πρέπει να ξανασκεφτούμε και τον ρόλο των
σχολείων μας
Στο παρελθόν, το πανεπιστημιακό πτυχίο ήταν το όχημα που
βοηθούσε κάποιον να βελτιώσει την κοινωνική του θέση, να αποκτήσει
ευρυμάθεια, και να έχει ένα επάγγελμα το οποίο θα του εξασφάλιζε
καλό μισθό και κοινωνικό status. Σήμερα τίποτε από αυτά δεν
ισχύει. Γι’ αυτό, θα πρέπει να ξανασκεφτούμε τον ρόλο της
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όπως ακριβώς πρέπει να ξανασκεφτούμε και
τον ρόλο των σχολείων μας. Λαμβάνουμε ως δεδομένο ότι το σχολείο
είναι «κάτι καλό». Θα επιθυμούσαμε απλώς τα σχολεία μας να είναι
λίγο περισσότερο αποτελεσματικά, έτσι ώστε οι γονείς να μην
χρειάζεται να πληρώνουν για φροντιστηριακά μαθήματα που θα
βοηθήσουν τα παιδιά τους να μπουν στο πανεπιστήμιο. Μερικοί από
εμάς ευχόμαστε τα σχολεία να ήταν σε καλύτερα κτήρια και οι
δάσκαλοι να έδειχναν περισσότερη έγνοια και να «έβαζαν στα παιδιά
καλύτερους βαθμούς», να διδάσκουν καλά τα βασικά γνωστικά
αντικείμενα (ότι και αν σημαίνει αυτό). Μερικοί από εμάς θα
επιθυμούσαμε επίσης το απολυτήριο του λυκείου να είχε κάποια
μεγαλύτερη αναγνώριση σε πρακτικό επίπεδο. Αλλά ας σταματήσουμε
και ας σκεφτούμε για μια στιγμή: δεν θα θέλαμε όλοι κάτι
περισσότερο από αυτό για τη μελλοντική γενιά; Σίγουρα η απάντηση
είναι το ναι. Θέλουμε σχολεία που θα παρέχουν στους νέους μας
γνώσεις και ικανότητες που θα τους φανούν χρήσιμες στην ζωή τους
και μια εκπαίδευση που θα διαμορφώνει πολίτες του αύριο, με τρόπους
που θα συμβαδίζουν καλύτερα με πολύπλοκες δημοκρατικές κοινωνίες,
σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Διαδικασία μηχανιστικής μετάδοσης έτοιμης και κλειστής γνώσης
Τα σχολεία μας δεν θα είναι σε θέση να παρέχουν στους μαθητές
την παιδεία που χρειάζονται στο παρόν και στο μέλλον, αν η
εκπαίδευση συνεχίσει να συνιστά μια διαδικασία μηχανιστικής
μετάδοσης έτοιμης και κλειστής γνώσης και προώθησης κάποιων
δεξιοτήτων που σχετίζονται με συγκεκριμένα επαγγέλματα που μπορεί
να έχουν αύριο εξαφανιστεί. Αν το σχολείο έχει αποστολή να
εξυπηρετήσει τις σημερινές και τις αυριανές ανάγκες, η παιδεία θα
πρέπει να γίνει αντιληπτή ως διαδικασία συγκρότησης αυτοδύναμων,
δημοκρατικών και συλλογικά σκεπτόμενων κοινωνικών δρώντων. Λογοδοσία των ενδιαφερομένων μερών
Η αντίληψη της εκπαίδευσης με βάση αυτή την οπτική εγείρει
σημαντικά ερωτήματα σχετικά με μια σειρά θεμάτων, όπως η
παιδαγωγικές μέθοδοι και πρακτικές, οι τύποι της γνώσης, η ευθύνη
της κοινότητας και των εκπαιδευτικών φορέων, ο ρόλος των μαθητών,
των εκπαιδευτικών και των γονέων, καθώς και η λογοδοσία των
ενδιαφερομένων μερών. Αυτά είναι τα βασικά συστατικά μιας
δημοκρατικής εκπαίδευσης που ενδιαφέρεται για τη δημιουργία των
συνθηκών που επιτρέπουν στους μαθητές μας να συμβάλλουν υπεύθυνα με
τις ιδέες τους σε έναν κόσμο πολυφωνίας και διαφοράς
–διακινδυνεύοντας ότι αυτές οι ιδέες θα αμφισβητηθούν και θα
αλλάξουν. Σύνδεση των δημοκρατικών αξιών με την εκπαιδευτική διαδικασία
Η σύνδεση των δημοκρατικών αξιών με την εκπαιδευτική διαδικασία
δεν είναι μια καινούρια ιδέα. Κατά τα τελευταία 150 χρόνια,
κορυφαίοι στοχαστές έχουν υποστηρίξει την αντίληψη ότι πρέπει να
δημιουργήσουμε περιβάλλοντα όπου οι μαθητές όλων των ηλικιών
εμβαπτίζονται στις αξίες, τις πρακτικές και τις πεποιθήσεις των
δημοκρατικών κοινωνιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πολιτική
δημοκρατία βασίζεται στην ανάπτυξη των συνθηκών που φέρνουν στο
προσκήνιο την επιτέλεση της δημοκρατικής υποκειμενικότητας. Οι
δυνατότητες εμπέδωσης αυτών των συνθηκών μπορούν να
χρησιμοποιηθούν ως κριτήρια για την αποτίμηση τόσο των σχολείων
όσο και της κοινωνίας. Η εκπαίδευση, με αυτή την έννοια, αφορά το
τι μαθαίνουν οι άνθρωποι μέσα και μέσω της επιτέλεσης των
δημοκρατικών τους υποκειμενικοτήτων . Οι μαθητές δεν είναι τα προϊόντα ενός εκπαιδευτικού συστήματος
Αν και υπάρχουν διαφορετικές φωνές και τάσεις μέσα στο κίνημα
για τη δημοκρατική εκπαίδευση, στην πραγματικότητα παρατηρούνται
κοινά χαρακτηριστικά όσον αφορά τις αξίες με τις οποίες η
δημοκρατική εκπαίδευση επιδιώκει να εμποτίσει τη διαδικασία της
μάθησης: συμμετοχή, ενδυνάμωση, λογοδοσία και κοινή ευθύνη. Ένα
άλλο κοινό χαρακτηριστικό στο κίνημα είναι ότι η παιδαγωγική που
προτείνεται είναι αυτή της «αναστοχαστικής εκπαίδευσης», δεδομένου
ότι οι σπουδαστές θεωρούνται ενεργοί σχεδιαστές των νοημάτων,
συν-δημιουργοί της γνώσης και, φυσικά, δημιουργοί της δικής τους
μάθησης και όχι παθητικοί δέκτες της γνώσης, ούτε απλώς μαθητές.
Οι μαθητές δεν είναι τα προϊόντα ενός εκπαιδευτικού συστήματος,
αλλά οι συμμετέχοντες σε μια κοινότητα μάθησης. Η ιδέα των κοινοτήτων μάθησης
Ούτε η ιδέα των κοινοτήτων μάθησης είναι καινούργια.
Επιστήμονες και εμπειρογνώμονες στους χώρους της εκπαίδευσης
συζητούν την ιδέα αυτή ήδη από το 1960. Τουλάχιστον στα χαρτιά
υπάρχουν εξαιρετικά παραδείγματα παιδαγωγικών σχεδίων που
βασίζονται στη μετατροπή της σχολικής τάξης σε μια ερευνητική
κοινότητα –μια κοινότητα όπου οι μαθητές μπορούν να αναπτύξουν την
κριτική τους σκέψη/στάση και τις κοινωνικές δεξιότητές τους, με
σκοπό τη βελτίωση της σχέσης ανάμεσα στην αναγνώριση της ύπαρξης
εναλλακτικών επιλογών και ερμηνειών, στην διαβουλευτική κρίση και
την δημοκρατική λήψη αποφάσεων. Η ιδέα αυτή έχει εμπλουτιστεί
προσφάτως περιλαμβάνοντας τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας σε
κοινότητες μάθησης για τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς, αλλά και
για τους γονείς. Μαθητικά συμβούλια και οι επιτροπές μαθητή-δασκάλου-διευθυντή
Με οδηγό το όραμα δημοκρατικής παιδείας που αρθρώνεται εδώ, οι
εκπαιδευτικοί ενθαρρύνονται να διευκολύνουν τη δημιουργική εμπλοκή
των μαθητών στη συμμετοχική μάθηση. Αυτοί οι δάσκαλοι θα μπορούσαν
να προχωρήσουν πέρα από τα συμβατικές πρακτικές για να
οικοδομήσουν περισσότερο ζωτικές και ενδιαφέρουσες εμπειρίες που να
συνδέονται με την καθημερινή ζωή των νέων ανθρώπων. Θα μπορούσαν
να εφαρμόσουν πρακτικές όπως η αυτο-κατευθυνόμενη μάθηση, η κοινή
λήψη αποφάσεων, η εξατομικευμένη ή η οργανωμένη –βάσει σχεδίου–
ομαδική εργασία και η εξάσκηση μαθητών με εργασίες που τους
συνδέουν με την κοινότητα, σύμφωνα και με τις επιλογές και τις
κλίσεις τους. Μια άλλη μορφή θα μπορούσε να είναι η δημιουργία
κατάλληλων συνθηκών για τους μαθητές ώστε να συμμετέχουν στον
εκπαιδευτικό σχεδιασμό και στη λήψη αποφάσεων με την δημιουργία
πεδίων δημόσιου διαλόγου για νέους, όπως τα μαθητικά συμβούλια
και οι επιτροπές μαθητή-δασκάλου-διευθυντή. Μια τρίτη μορφή
μπορεί να εκφράζεται μέσω της προσπάθειας που καταβάλλεται από τις
τοπικές αρχές σε επίπεδο πόλης, σχολείου και γειτονιάς, έτσι
ώστε να διασφαλισθεί η συμμετοχική μάθηση μεταβαίνοντας πέραν των
δομών συμβατικών προγραμμάτων και οικοδομώντας «πόλεις της
εκπαίδευσης» ή «κοινότητες». Μια τέταρτη μορφή θα μπορούσε να
αφορά κοινωφελείς οργανισμούς και δράσεις ή δραστηριότητες που
διενεργούνται μετά τη λήξη του ωραρίου του σχολείου και
ενδυναμώνουν τους νέους να διερευνήσουν τα προσωπικά τους
ενδιαφέροντα και να συνδεθούν με την ευρύτερη κοινότητα. Δημοκρατική εκπαίδευση
Ο κοινός παρονομαστής των παραπάνω είναι η δέσμευση της
δημοκρατικής εκπαίδευσης να ξεφύγει από το κουτάκι μιας
ομοιογενούς εκπαίδευσης που διατίθεται σε ένα μέγεθος που
(υποτίθεται πως) ταιριάζει σε όλους. Μέσω της δημοκρατικής
εκπαίδευσης οι νέοι βρίσκουν ένα νόημα, ενεργοποιούνται και
γίνονται κριτικά κοινωνικά υποκείμενα, ή καλύτερα σχεδιαστές των
νοημάτων που σχετίζονται αφενός με τις αλλαγές οι οποίες
συμβαίνουν συνεχώς με αυξανόμενη πολυπλοκότητα και αφετέρου με τις
διαθέσιμες επιλογές, στις οποίες μπορούν δυνητικά να προσθέσουν
εκείνες που θα συλλάβει η στοχαστική φαντασία τους. Με τον τρόπο
αυτό, η δημοκρατική εκπαίδευση λειτουργεί τόσο ως μέσο όσο και ως
αυτοσκοπός. Σε μακροπρόθεσμη βάση, αυτό βοηθά στην ανάπτυξη
πολιτών που σκέφτονται/δρουν κριτικά και μαθαίνουν πάντοτε με
συμμετοχικό τρόπο, δουλεύοντας για τη δημιουργία μιας δημοκρατικής,
σφύζουσας, ηθικής και δίκαιης κοινωνίας. Δημιουργία εκπαιδευτικών συστημάτων
Όλα αυτά σημαίνουν, επίσης, ότι, στην προσπάθεια της
δημιουργίας εκπαιδευτικών συστημάτων κατάλληλων για τις πολύπλοκες
προκλήσεις του σήμερα και του αύριο, οι κοινωνίες μας πρέπει
μάλλον να απομακρυνθούν από τη ρητορική του οικονομισμού. Η
ρηματική κατασκευή αυτού του εργαλειακού λόγου αναπαριστά τους
μαθητές ως «καταναλωτές της μάθησης εξαρτημένους από το
περιεχόμενό της που πρέπει να αγοραστεί από εταιρικούς παρόχους».
Αν μετακινηθούμε από την γλώσσα της οικονομίας και της αγοράς σε
μια γλώσσα της παιδείας, πιθανόν θα έχουμε τη δυνατότητα να
εστιάσουμε στους νέους ως κοινωνικούς δρώντες «οι οποίοι έρχονται
στο προσκήνιο μέσω σχέσεων ανταπόκρισης και ευθύνης». Αυτή η
θέαση του ανθρώπου ως υποκειμένου «υπό κατασκευή» που προοδευτικά
δηλώνει το δικό του «παρόν» στη δημόσια σφαίρα βάζοντας το δικό
του στίγμα, απέχει μακράν από την τεχνοκρατική άποψη που
παρουσιάζει την εκπαίδευση ως μέσο για την επίτευξη προκαθορισμένων
αποτελεσμάτων, και οδηγεί σε μια εκπαιδευτική προσέγγιση που σαφώς
πρεσβεύει ότι «αποκτούμε οντότητα/ταυτότητα μέσω του τρόπου με
τον οποίο εμπλεκόμαστε με ό,τι μαθαίνουμε». Βελτίωση των εργασιακών σχέσεων σε όλο το χώρο της εκπαίδευσης
Τα παραπάνω απαιτούν το συντονισμό των δυνάμεών μας για την
επίτευξη ενός συμμετοχικού και συμπεριληπτικού σχολείου,
βασισμένου στη σύνδεση θεωρίας-πράξης, χωρίς κατηγοριοποιήσεις και
στερεότυπα, με ισότητα και σεβασμό στη διαφορά. Το σχολείο αυτό
διαμορφώνει σχέσεις αυτονομίας και συλλογικότητας, πρακτικές
χειραφέτησης και αναστοχασμού, που εγγυώνται τον έλεγχο της
εξουσίας, τον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας, καθώς και την ισότιμη
συνύπαρξη και συνεργασία. Το σχολείο αυτό ανοίγεται στην κοινωνία
και στα προβλήματά της, δημιουργώντας χώρο και χρόνο για την
πραγμάτευσή τους. Αξιοποιεί τη βιωματική εμπειρία των μαθητών και
στοχεύει στην ανάπτυξη γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων,
στάσεων, ευαισθησιών και εμπειριών που υποβοηθούν τη διαμόρφωση
μορφωμένων και ενεργών πολιτών. Αποδυναμώνοντας τη στερεότυπη
αναπαράσταση ενός συμπαγούς, δεδομένου και μονοδιάστατου κόσμου,
το σχολείο αυτό γίνεται ανάχωμα σε στιγματιστικές, ρατσιστικές,
ξενοφοβικές και σεξιστικές εκδηλώσεις. Η βελτίωση των εργασιακών
σχέσεων σε όλο το χώρο της εκπαίδευσης, αλλά και η αναβάθμιση
υλικοτεχνικών-εργαστηριακών υποδομών και βιβλιοθηκών είναι
σημαντικοί προωθητικοί παράγοντες προς αυτή την κατεύθυνση. Η χρηματοδότηση
Εν κατακλείδι, ενώ είναι σημαντικό να εξετάσουμε τα επείγοντα
πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η εκπαίδευση στη χώρα μας
ειδικότερα, και ιδιαίτερα τα προβλήματα που προκαλούνται από την
ολοένα μειούμενη χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια στον
αριθμό των καθηγητών, την έλλειψη κατάλληλων χώρων και υποδομών,
κ.λπ., είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την κατεύθυνση προς την οποία
θα πρέπει να κινηθούμε, έτσι ώστε να μην σπαταλήσουμε άσκοπα
ακόμα και αυτούς τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους. Αν
συνεχίσουμε να κάνουμε μικρές «βελτιώσεις» στη συμβατική,
εργαλειακή εκπαίδευση, η χρηματοδότηση θα βοηθήσει μόνο για να
διατηρηθεί ένας τύπος εκπαίδευσης που θα αναπαράγει τις συνθήκες
που έχουν δημιουργήσει ή φέρει στο προσκήνιο τις κοινωνικές και
οικονομικές κρίσεις, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις ολοκληρωτικές
ιδέες και τους παγκόσμιους πολέμους. Θα συνεχίσουμε να γινόμαστε
μάρτυρες της αναντιστοιχίας μεταξύ του τι διδάσκεται στα σχολεία
και του τι οι μαθητές μας και οι αυριανοί πολίτες χρειάζεται να
γνωρίζουν και να επιτελούν. Εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκτιμά την ελευθερία και την ευθύνη
Ως εκ τούτου, οφείλουμε να ασχοληθούμε με αυτά τα θέματα και να
τα εξετάσουμε στο εσωτερικό των πλαισίων μάθησης, δημιουργώντας
πολύπλευρες και δημιουργικές ευκαιρίες για τους νέους ώστε να
βιώσουν τη δύναμη και τις δυνατότητες που προσφέρει η δημοκρατία
στο πλαίσιο μιας υποστηρικτικής κοινότητας εμπιστοσύνης. Μπορούμε
να μετατρέψουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα σε ένα σύστημα που
βασίζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκτιμά την
ελευθερία και την ευθύνη, τη συμμετοχή και τη συνεργασία, την
ισότητα και τη δικαιοσύνη. Για να δημιουργήσουμε έναν πιο δίκαιο,
βιώσιμο και δημοκρατικό κόσμο, χρειαζόμαστε τη δημοκρατική
εκπαίδευση. Το κείμενο συντάχτηκε μετά από διαβούλευση με τα άλλα
μέλη της υποεπιτροπής από την συντονίστρια Β. Δενδρινού και πήρε
την τελική του μορφή με την σημαντική συμβολή της Αθηνάς Αθανασίου
και του Γιάννη Σταυρακάκη.